Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κακοποιώ
- απόδοση: επιτίθεμαι με ξυλοδαρμό προκαλώντας σωματικές βλάβες / διαστρέφω σκόπιμα / αλλοιώνω κάτι / χειρίζομαι ή εφαρμόζω κάτι με χείριστο τρόπο από άγνοια ανικανότητα ή αδιαφορία για αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κακοποίησε τον πίνακα ζωγραφικής στην προσπάθεια του να τον συντηρήσει από έλλειψη γνώσεων





