Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκκρίνω
- απόδοση: παράγω ουσία σε υγρή μορφή διοχετεύοντας αυτή σε κοιλότητα στο αίμα ή προς τα έξω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα πεύκα εκκρίνουν υγρή ουσία την καλούμενη ρητίνη





