Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διοχετεύω
- απόδοση: μεταφέρω υγρά δια μέσου κατάλληλων δικτύων / διανέμω ηλεκτρικό ρεύμα δια μέσου δικτύου καλωδίων / ενεργώ για την διανομή προϊόντων στην αγορά / διαθέτω χρηματικά ποσά δια προγραμματισμένων ενεργειών / κατευθύνω σύνολο ατόμων σε τομείς της οικονομίας / διαδίδω πληροφορία / προσφέρω διέξοδο σε συναίσθημα ή ικανότητα προκειμένου να μειώσω συσσωρευμένη ένταση εντός μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από ετών διοχετεύει Βρετανούς τουρίστες σε νησιά του Νοτίου Αιγαίου
διοχετεύει τα συναισθήματά του στον αθλητισμό ακολουθώντας φωνασκούντες φιλάθλους
διοχέτευσε την ενεργητικότητά του στο επιχειρείν με αξιοζήλευτα αποτελέσματα





