Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μορφοποιώ
- απόδοση: δίνω σε ένα πράγμα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ώστε να λάβει τελική μορφή / δίνω σε ένα κείμενο την επιθυμητή μορφή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μορφοποίησε το άγαλμα προσφέροντας στο κοινό εξαιρετικό αποτέλεσμα





