Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμπνέω
- απόδοση: εμφυτεύω σε συνείδηση σκέψη ή ιδέα / προκαλώ τη σύλληψη ιδέας / για πρόσωπο που έχει έμφυτη τάση δημιουργίας & συγκινεί τους περιβάλλοντες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της συμπεριφοράς & του παρουσιαστικού του εμπνέει εμπιστοσύνη στους περιβάλλοντες αυτόν
η ηλικία που βρίσκεται εμπνέει σεβασμό
η κατάσταση της υγείας του κρίνεται επίφοβη εμπνέουσα ανησυχία
ως ενδυματολόγος εμπνέεται από την belle epoque





