Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμφανίζω
- απόδοση: για κάτι κρυμμένο το οποίο παρουσιάζω / κάνω κάτι να είναι ορατό / κάτι που αναπτύσσεται & γίνεται αντιληπτό / παρουσιάζομαι κάπου / δίνω το παρόν μετά μακρό διάστημα ή για πρώτη φορά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ξάφνου εμφανίσθηκαν αγεληδόν μέσα στο σκότος
εμφανίσθηκε…
λ επιταγή με ημερομηνία λήξεως την σήμερον
λ με άψογο στυλ
λ με συγκεκαλυμμένο τρακ προ του πολυπληθούς ακροατηρίου
λ στο προσκήνιο ως αυτόκλητος υπερασπιστής
εμφανίζει…
λ συμπτώματα αλλεργίας
λ φωτογραφικό φιλμ





