Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμφορούμαι
- απόδοση: κυριαρχούμαι ψυχικά ή πνευματικά από κάποιο συναίσθημα ή ιδέα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εμφορείται από αισθήματα ανασφάλειας τα καθορίζοντα την συμπεριφορά & το πως εκφράζεται





