Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμψυχώνω
- απόδοση: ενθαρρύνω / δια των ενεργειών μου ενισχύω το ψυχικό σθένος / δίνω ψυχή σε κάτι που δεν έχει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το έργο & η δράση του εμψύχωνε τους Έλληνες





