Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενδίδω
- απόδοση: κάμπτομαι σε πιέσεις σε παρακλήσεις ή σε προτάσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τελικά ενέδωσε διότι υπέστη αφόρητη συναισθηματική πίεση εκ μέρους του
υπήρξε παρακλητική προς αυτόν & ενέδωσε





