Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενεδρεύω
- απόδοση: κρύβομαι κάπου περιμένοντας να διέλθει ο εχθρός / αναμένω την κατάλληλη στιγμή προκειμένου να ενεργήσω εις βάρος κάποιου / παραμονεύω / ελλοχεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσέξατε διότι στο δάσος ενεδρεύουν εχθρικές δυνάμεις έτοιμες να σκορπίσουν το θάνατο





