Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενέχομαι
- απόδοση: είμαι αναμεμιγμένος σε πράξη κολάσιμη ή επιλήψιμη / έχω ενοχή για κάτι / υποχρεούμαι σε παροχή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενέχεται…
λ σε πράξη βιασμού ανηλίκου κατά το παρελθόν έτος
λ σε σπείρα που ιδιοποίησε κρατική περιουσία
λ ως μέτοχος στις προκληθείσες ζημίες της εταιρείας





