Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαμελίζω
- απόδοση: σκοτώνω άτομο μεταβάλλοντας αυτό σε κομμάτια / διαλύω σύνολο ατόμων κυρίως δε κρατική οντότητα μεταβάλλοντας αυτά σε μικρότερα τμήματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ξένα κέντρα εξουσίας διαμέλισαν προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους την Γιουγκοσλαυία





