Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εφαρμόζω
- απόδοση: τοποθετώ τμήμα κατασκευής άνωθεν ή εντός άλλου τμήματος ώστε συναρμολογούμενα να λειτουργήσουν ως ενιαίο σύνολο / αναφερόμενοι σε είδη ιματισμού με ικανοποιητική προσαρμογή σε ανθρώπινο σώμα ή που είναι εντελώς εφαπτόμενα / κάνω πράξη μία ιδέα μία θεωρία ή υλοποιώ εντολή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδυνατεί να εφαρμόσει το φύλλο του παραθύρου & το ψύχος εισχωρεί απειλητικά
εφάρμοσε στην πράξη ιδέα ενός λαμπρού & ευφυούς νέου με εκπληκτικά αποτελέσματα
το πουκάμισο εφάρμοζε εντελώς πάνω της αποκαλύπτοντας το στήθος της





