Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγγενεύω
- απόδοση: συνδέομαι με συγγένεια / δημιουργώ συγγένεια / παρουσιάζω ομοιότητες ή αντιστοιχίες με κάποιον ή με κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναντιρρήτως η Ισπανική γλώσσα συγγενεύει με την Λατινική





