Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αδυνατώ
- απόδοση: δεν έχω την ικανότητα ή την δυνατότητα να κάνει κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδυνατεί να…
λ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις
λ αντιμετωπίσει τις καταστάσεις δυναμικά & ξεκάθαρα
λ προσελκύσει το ενδιαφέρον του ακροατηρίου ως ομιλητής
λ συνεκτιμήσει όλες τις πλευρές αυτού του δύσκολου προβλήματος
λ σχηματίσει πλήρη εικόνα της καταστάσεως > της υποθέσεως





