Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενεχυριάζω
- απόδοση: λαμβάνω δάνειο δίνοντας κάτι ως ενέχυρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενεχυρίασε πολύτιμο κόσμημα προερχόμενο εκ της μητρός έναντι μικροποσού
ενεχυρίασε πολύτιμο κόσμημα προερχόμενο εκ της μητρός έναντι μικροποσού

