Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αληθεύω
- απόδοση: το σύμφωνο με την αλήθεια / αναφερόμενοι σε κάτι που συμφωνεί με την πραγματικότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αληθεύουν οι διαδόσεις περί παραιτήσεως του διευθύνοντος συμβούλου





