Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προμελετώ
- απόδοση: σχεδιάζω εκ των προτέρων / ενεργώ εκ των προτέρων προκειμένου να διαπράξω αξιόποινη πράξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κλοπή κοσμημάτων είχε επαρκώς προμελετηθεί





