Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταρτίζω
- απόδοση: οργανώνω επί μέρους στοιχεία προκειμένου να διαμορφώσω ένα όλον / προσφέρω σε κάποιον κάθε απαραίτητη γνώση προετοιμάζοντας αυτό κατάλληλα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εσωτερικών πρόκειται να καταρτίσουν νέους εκλογικούς καταλόγους





