Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προέρχομαι
- απόδοση: έρχομαι από έναν τόπο ή από ένα περιβάλλον / αναφερόμενοι σε κάτι που έχει την πηγή του ή την αιτία του κάπου / κατάγομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πληροφορία προέρχεται από σοβαρό άτομο του επαγγελματικού περιβάλλοντος
μας εκμυστηρεύθηκε ότι προέρχεται από πλουσία οικογένεια εμπόρων της Ρουμανίας





