Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερπηδώ
- απόδοση: πηδώ πάνω από κάτι με επιτυχία / ξεπερνώ κατάσταση που παρουσιάζει δυσκολία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπερπήδησε το αναπάντεχο διαζύγιο προσαρμοζόμενος με άνεση στην νέα κατάσταση πραγμάτων





