Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνεννοούμαι
- απόδοση: συζητώ με άλλον ή άλλους προκειμένου να καταλήξουμε σε λύση κοινώς αποδεκτή / έχω τις αυτές απόψεις ή ιδέες με άλλον ώστε η επαφή μαζί του να καθίσταται ευχάριστη / μπορώ να ακούσω το τι μου λέει άλλος & αυτός εμένα / δια του λόγου ή άλλων εκφραστικών μέσων καταλαβαίνω άλλον & εκείνος εμένα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
είμαι ικανοποιημένος διότι συνεννοηθήκαμε επαρκώς
είναι ικανός να συνεννοηθεί άριστα στην Αραβική γλώσσα
ήταν εκ των προτέρων συνεννοημένοι





