Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατασκευάζω
- απόδοση: δημιουργώ με χρήση υλικών & τεχνικών μέσων σύμφωνα με κάποιο σχέδιο / σχηματίζω νοηματικό σύνολο ήτοι συντάσσω / επινοώ κάτι αποσκοπώντας στην εξαπάτηση ή στην βλάβη ατόμου ή συνόλου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατασκεύασε ολόκληρο μύθο προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως πνευματικό δεκανίκι
πρόκειται να λειτουργήσει εργοστάσιο προοριζόμενο να κατασκευάσει ειδικού τύπου οχήματα





