Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενορμώ
- απόδοση: κάνω κάποιον να ορμήσει / τον παρακινώ να πράξει κάτι / ορμώ κατά κάποιου / είμαι προσωρμισμένος / ναυλοχώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενορμήθην εις το αιδοίον της & αισθάνεται περιχαρής





