Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενοχλώ
- απόδοση: προκαλώ συναίσθημα δυσφορίας δυσθυμίας ή απαρέσκειας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η τροφή αυτή ενοχλεί εντόνως το έντερό μου
τον ενόχλησε & αντιμετώπισε την δυσφορία του
ενοχλεί…
λ εντόνως τους πάντες δια της απρεπούς συμπεριφοράς που εκφράζει
λ εξακολουθητικά εκφράζοντας αδιαφορία επί του θέματος
λ μη σεβόμενος την ώρα κοινής ησυχίας





