Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενσπείρω
- απόδοση: διαδίδω / σπέρνω / σκορπίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενσπείρει υποψίες εις βάρος του λογιστή εκ του πονηρού
ταραχοποιά στοιχεία ενέσπειραν πανικό στο παρευρισκόμενο πλήθος





