Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενστερνίζομαι
- απόδοση: αποδέχομαι ιδέες ή απόψεις με προθυμία & θέρμη / ασπάζομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τελευταίως διαφοροποιήθηκε ενστερνιζόμενος ιδέες φιλελεύθερες





