Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εντάσσω
- απόδοση: τοποθετώ σε πραγματικό ή νοητό χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενέταξε το έργο τέχνης που απέκτησε σε δημοπρασία του Λονδίνου στο περιβάλλον του γραφείου
νέος ακόμη εντάχθηκε ενσυνειδήτως στο ΕΑΜ
οι προτάσεις του έχουν ενταχθεί στον ετήσιο προϋπολογισμό





