Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εντείνω
- απόδοση: αυξάνω την ένταση της ενεργείας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενέτεινε εντόνως το ενδιαφέρον του η εκπάγλου καλλονής κυρία
εντείνει το πρόβλημα με τη στάση του στο όλο θέμα





