Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εντρυφώ
- απόδοση: επιδίδομαι με ευχαρίστηση σε πνευματική κυρίως απασχόληση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατά την τελευταία δεκαετία εντρυφεί με ιδιαίτερη προσήλωση στην παγκόσμια ιστορία





