Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενυπάρχω
- απόδοση: που υπάρχει στο εσωτερικό ενός άλλου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στα δημοσιεύματά του ενυπάρχει έντονο το στοιχείο του εθνικισμού
στα δημοσιεύματά του ενυπάρχει έντονο το στοιχείο του εθνικισμού

