Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξανεμίζω
- απόδοση: ξοδεύω αλόγιστα & απρογραμμάτιστα / εξαφανίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διακρίνω πως ο αρχικός ενθουσιασμός εξανεμίσθηκε
εξανέμισε σοβαρότατη περιουσία που έλαβε από τους γονείς σε χρόνο μηδέν
οι ελπίδες ανεύρεσης ναυαγών εξανεμίσθηκαν





