Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνταξιοδοτώ
- απόδοση: χορηγώ σύνταξη σε εργαζόμενο άτομο που πληροί τις προϋποθέσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον ερχόμενο μήνα πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη





