Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αυτοδιαλύομαι
- απόδοση: διαλύομαι από μόνος μου παύοντας να αποτελώ ενιαίο σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το συλλαλητήριο αυτοδιαλύθηκε από έλλειψη παλμού των διαμαρτυρομένων





