Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διδάσκω
- απόδοση: μεταδίδω συστηματοποιημένη γνώση σε άτομο ή ομάδα ατόμων / αναπτύσσω θεωρία ηθικής φύσεως / κηρύσσω θρησκευτικές αρχές / νουθετώ παρέχοντας συμβουλές που αποτελούν το αποτέλεσμα των εμπειριών μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του δίδαξε την τέχνη της καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας αποκαλύπτοντας πληθώρα μυστικών του επαγγέλματος





