Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαντλώ
- απόδοση: τελειώνω κάτι / ασκώ κάτι στον ανώτατο βαθμό / αναλύω & ερευνώ πλήρως / προκαλώ μεγάλη σωματική εξάντληση / μειώνω σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες κάποιου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξαντλήθηκε η υπομονή μου ανεχόμενος την δυστροπία της
η μανία με το χαρτοπαίγνιο την εξάντλησε οικονομικά καθώς & ψυχικά
νομίζω πως το εξαντλήσαμε το θέμα ώρα να πηγαίνουμε
τον εξάντλησε η πολύωρη παρακολούθηση ανούσιων τηλεοπτικών προγραμμάτων





