Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαπολύω
- απόδοση: στρέφομαι επιθετικά εναντίον κάποιου / εκστομίζω / αφήνω να φύγει κάτι ορμητικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξαπέλυσε ανατρεπτικά & εμπρηστικά συνθήματα στο Κοινοβούλιο
ευρισκόμενος εκτός εαυτού εξαπέλυσε ύβρεις ακατονόμαστες
ο αστυνομικός διευθυντής εξαπέλυσε ΜΑΤ εναντίον των διαδηλωτών
ο ισραηλινός στρατός εξαπέλυσε σειρά πυραύλων εναντίον εχθρικού στόχου
οι αστυνομικές αρχές εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό εναντίον των δραστών του στυγερού εγκλήματος
του επιτέθηκε εξαπολύοντας κραυγές





