Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσπελάζω
- απόδοση: δύναμαι να πλησιάσω πράγμα ή τόπο / δύναμαι να επικοινωνήσω με κάποιον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως πολυάσχολος επιχειρηματίας είναι εκ των πραγμάτων δύσκολο να τον προσπελάσει ενδιαφερόμενο πρόσωπο





