Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξάπτω
- απόδοση: κάνω κάτι να εκδηλωθεί & να γίνει εντονότερο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ανάγνωση πορνογραφικών λογοτεχνημάτων του εξάπτει τα πάθη > τη φαντασία > το ενδιαφέρον





