Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαρτώμαι
- απόδοση: βρίσκομαι υπό τη δικαιοδοσία ή την εξουσία τινός / θεωρώ ότι κάτι υπάρχει ή πραγματοποιείται εξ αιτίας κάποιου παράγοντα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βλακωδώς εξαρτά την ευτυχία από το χρήμα
δεν δύναμαι να απαντήσω τώρα θα εξαρτηθεί !
δεν εξαρτώμαι από κανέναν είμαι κύριος του εαυτού μου
εξηρτημένος από τις καθημερινές συνήθειες
χώρα εξαρτώμενη οικονομικά από ισχυρούς εταίρους





