Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξεμώ
- απόδοση: κάνω εμετό / εμώ / ξερνώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξεμούσε ασυνάρτητες βωμολοχίες πέραν κάθε επιτρεπτού ορίου ανοχής
καθ΄ όλη την διάρκεια του πρωινού εξεμούσε μέχρι εξαντλήσεως





