Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρασημοφορώ
- απόδοση: απονέμω σε κάποιον παράσημο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρασημοφορήθηκε από την Κυβέρνηση της Νοτίου Κορέας για την δράση του υπέρ της ελευθερίας των Κορεατών





