Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξοβελίζω
- απόδοση: παύω να δέχομαι κάτι ως ορθό & γνήσιο & δεν το χρησιμοποιώ / απομακρύνω από συγκεκριμένη κατέχουσα θέση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οφείλουμε να εξοβελίσουμε τα ξενικά τοπωνύμια από το χάρτη





