Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσβολώνω
- απόδοση: προκαλώ σε κάποιον μέγιστη κατάπληξη ώστε να μην μπορεί να εκδηλώσει σκέψεις ή συναισθήματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στην θέα του νεκρού συζύγου έμεινε αποσβολωμένη επί μακρόν





