Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξοικίζω
- απόδοση: εκβάλλω κάποιο της οικίας του / ξεσπιτώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της εισβολής ο τουρκικός στρατός εξώκκισε μυριάδες Ελληνοκυπρίων
εκ των πραγμάτων υπήρξε αδύνατη η παραμονή του στον Ελλαδικό χώρο & εξοικίσθηκε πέραν του Ατλαντικού
√ απόδοση: εκπατρίσθηκε





