Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αλληθωρίζω
- απόδοση: αναφερόμενοι σε άτομο που ένας εκ των οφθαλμών παρουσιάζει απόκλιση στρεφόμενος σε άλλη κατεύθυνση / εκδηλώνω βλέψεις ή ενδιαφέρομαι για πράγματα πέραν των αποδεκτών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατ΄ ουσίαν αδιάφορος σύζυγος που συνεχώς αλληθωρίζει
√ απόδοση: εκδηλώνει ενδιαφέρον για άλλες γυναίκες





