Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξοστρακίζω
- απόδοση: επιβάλλω ποινή εξοστρακισμού / για αντικείμενο που κινούμενο με ταχύτητα προσκρούει σε κάτι & αλλάζει πορεία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατά τις οδομαχίες προέκυψαν θύματα από σφαίρες που εξοστρακίσθηκαν





