Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξυβρίζω
- απόδοση: προσβάλλω την τιμή κάποιου δια του λόγου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον εξύβρισε μεγαλοφώνως εις άπταιστον πεζοδρομιακή διάλεκτο εν μέσω πλήθους





