Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επαίρομαι
- απόδοση: υπερηφανεύομαι / αλαζονεύομαι
- συγγενές: επηρμένος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επαίρεται της καταγωγής του αν & αβέβαιο εάν ομιλεί περί αυτής ειλικρινώς





