Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξωτερικεύω
- απόδοση: εκδηλώνω ό,τι σκέπτομαι ή αισθάνομαι προκειμένου να καταστεί ευρέως γνωστό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποφάσισε να εξωτερικεύσει τις σκέψεις του σε έμπιστο πρόσωπο
δεν εξωτερικεύει εύκολα τα εντός του ευρισκόμενα
εξωτερικεύει την αγάπη προς τη συμβία του ποικιλοτρόπως





